αβερνίκωτος


αβερνίκωτος
Προφορά

Ετυμολογία
αβερνίκωτος ἀ στερητικό + βερνικώνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αβερνίκωτος -η, -ο
✦ άβαφος, αγυάλιστος, που δεν έχει επιχρισθεί με βερνίκι

Συνώνυμα
αλουστράριστος
Αντίθετα
βερνικωμένος
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.