αβεβήλωτος


αβεβήλωτος
Προφορά

Ετυμολογία
αβεβήλωτος ἀ στερητικό + βεβηλώνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αβεβήλωτος -η, -ο
✦ ιερός, άσπιλος, που δεν έχει βεβηλωθεί

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.