αβδηρίτης


αβδηρίτης
Προφορά

Ετυμολογία
αβδηρίτης αρχαία ελληνική Ἀβδηρίτης

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο αβδηρίτης
✦ ο κάτοικος των Αβδήρων
(μτφ. ) ανόητος, ματαιόδοξος

Συνώνυμα
κούφος, μωρός
Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.