αβγουλάτος


αβγουλάτος
Προφορά

Ετυμολογία
αβγουλάτος αβγό

Ερμηνεία
επίθετο┘ αβγουλάτος -η, -ο
✦ ωοειδής, που έχει σχήμα αβγού
✦ το ουδ. αβγουλάτο ως ουσ., είδος σταφυλιού με κιτρινωπές στρογγυλές ρώγες

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.