άψε σβήσε


άψε σβήσε
Προφορά

Ετυμολογία
άψε σβήσε προστ. των ρ. άφτω – σβήνω

Ερμηνεία
επίρρημα άψε σβήσε

✦ αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: πήγε κι ήρθε στο άψε σβήσε

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.