ανάθρεμμα


ανάθρεμμα
Προφορά

Ετυμολογία
ανάθρεμμα αναθρέφω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το ανάθρεμμα

✦ το θρέμμα, ό,τι ανατράφηκε
✦ η ανατροφή
✦ εύχρ. ιδ. στη φρ. γέννημα κι ανάθρεμμα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.