μικρούτσικος


μικρούτσικος
Προφορά

Ετυμολογία
μικρούτσικος υποκορ. του επιθέτου μικρός

Ερμηνεία
επίθετο┘ μικρούτσικος -η, -ο

✦ ο πολύ ή κάπως μικρός: ένα μικρό μικρούτσικο, του βασιλιά τ’ αγγόνι (δημ. τραγ.)

Συνώνυμα

Αντίθετα
μεγαλούτσικος
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.