ιεράρχηση


ιεράρχηση
Προφορά

Ετυμολογία
ιεράρχηση ιεραρχώ

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η ιεράρχηση

✦ η τοποθέτηση, αξιολόγηση με βάση κάποια κλίμακα: ιεράρχηση αξιών

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.