γονιμοποιώ


γονιμοποιώ
Προφορά

Ετυμολογία
γονιμοποιώ γόνιμος + ποιώ

Ερμηνεία
ρήμα γονιμοποιώ -είς, -εί

✦ κάνω κάτι γόνιμο: η γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους (Ηλ. Βενέζης)
✦ ενεργώ γονιμοποίηση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.