αποκομμένος


αποκομμένος
Προφορά

Ετυμολογία
αποκομμένος μτχ. του ρήματος αποκόβω

Ερμηνεία
αποκομμένος

✦ -η, -ο μτχ. ως επίθ. ο αποχωρισμένος από κάποιο σύνολο, ξεκομμένος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.