μολύβι

μολύβι
(το) ουσ. ο μόλυβδος
| σφαίρα τουφεκιού, βόλι
| (μτφ.) για καθετί βαρύ
| όργανο γραφής με γραφίτη
| (συνεκδ.) για κάθε όργανο γραφής: πάρε μολύβι και χαρτί
| καλλυντικό σε σχήμα μολυβιού για το βάψιμο των ματιών

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *