αβακοειδής

Λέξη
αβακοειδής Ετυμολογία
[<αρχ. ψυχή < ψύχω (= φυσώ)]
Ερμηνεία
(ουσιαστικό θηλυκού γένους)
✤ η άυλη ουσία που ενωμένη με το σώμα, αποτελεί το κύριο στοιχείο και την αιτία της ζωής, η ζωτική πνοή
✤ (φιλοσ.) η ζωτική πνοή ζώου, φυτού ή της ανθρώπινης ύπαρξης
✤ (θεολ.) η άυλη ουσία του ανθρώπου που μετέχει στη θεϊκή ουσία, θεωρείται αθάνατη, πιστεύεται ότι επιζεί μετά τον θάνατο του σώματος και κρίνεται από τον Θεό

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.