αδιάγραπτος


αδιάγραπτος
Προφορά

Ετυμολογία
αδιάγραπτος ἀ στερητικό + διαγράφω

Ερμηνεία
αδιάγραπτος

✦ -η, -ο κ. -φτος επίθ. (Κ -πτος, -ος, -ον) αυτός που δεν έχει διαγραφεί ή δεν μπορεί να διαγραφεί, ανεξάλειπτος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.