αδειούχος


αδειούχος
Προφορά

Ετυμολογία
αδειούχος άδεια + έχω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αδειούχος -ούχα, -ούχο

✦ πρόσωπο που έχει πάρει άδεια για κάτι, ιδ. άδεια απουσίας, αποχής

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.