αβομβάρδιστος


αβομβάρδιστος
Προφορά

Ετυμολογία
αβομβάρδιστος ἀ στερητικό + βομβαρδίζω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αβομβάρδιστος -η, -ο
✦ που δεν βομβαρδίστηκε

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.