mm

αβανιά < πιθ. από το └ιταλ┘avania (=βαρύς φόρος, αδικία) < └αραβ┘ hav[an (=προσβολή)

1. η τέχνη του αγγειοπλάστη 2. [<αγγείον + πλαστική]└Ιατρική┘ μέθοδος διάνοιξης στενωμένης αρτηρίας, χωρίς χειρουργική επέμβαση, με φούσκωμα, στο εσωτερικό της αρτηρίας, μπαλονιού προσαρμοσμένου στην άκρη καθετήρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.