ωφέλιμος

ωφέλιμος

Ερμήνεία
-η, -ο επίθ. (Κ -ος, -ον) που ωφελεί, επωφελής, χρήσιμος: σε ό,τι δουλειά με βάλουν, θα πασχίσω να είμαι στην χώρα ωφέλιμος (Κ. Καβάφης) – τα νέα κυβερνητικά μέτρα αποδείχθηκαν ωφέλιμα | ωφέλιμο φορτίο, το βάρος που μπορεί να μεταφέρει ένα όχημα | ουδ. το ωφέλιμο(ν) ως ουσ., η ωφέλεια: φρ. το τερπνόν μετά του ωφελίμου

Συνώνυμα
λυσιτελής, πρόσφορος

Αντίθέτα
ανωφελής, βλαβερός, επιζήμιος

Επιρρήματα
ωφέλιμα (Κ ωφελίμως)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *