αβάσιμος


αβάσιμος
Προφορά

Ετυμολογία
α στερητικό + βάσιμος

Ερμηνεία
✦ απόρριψη μέρους του φορτίου πλοίου σε περιπτώσεις κινδύνου
✦ (γεν.) ζημιά
✦ (μτφ. φρ.) κάνω αβαρία, περιορίζω τις απαιτήσεις μου, απαρνιέμαι μέρος από τις πεποιθήσεις μου

Συνώνυμα
αβέβαιος, αθεμελίωτος

Αντίθετα
βάσιμος, θεμελιωμένος

Επιρρήματα
αβάσιμα (Κ αβασίμως)

 

 

└[αβαθύρριζος<α στερητικό + βαθύρριζος]┘

ωώδης < αρχαία ελληνική ὠώδης < ὠόν

<
<

αβάκιο < αρχαία ελληνική ἀβάκιον, υποκορ. του ἄβαξ

αβαριάτος < ιταλική avariato (= που έπαθε αβαρία, ζημιά)
αβάς < μσν. ἀββᾶς < μτγν. ἀββᾶ < αραμ. abba (= πατέρας)
αβασάνιστος < αρχαία ελληνική ἀβασάνιστος < ἀ στερητικό + βασανίζω
αβασία < νεολατ. abasia < ελλ. α στερητικό + βάσις (=βήμα)
αβασίλευτος < αρχαία ελληνική ἀβασίλευτος < ἀ στερητικό + βασιλεύω
αβάσιμος < α στερητικό + βάσιμος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.