αβάσιμος

αβάσιμος
αβάσιμος

Ετυμολογία
[<α στερητ. + βάσιμος] Ερμηνεία
-η, -ο επίθ. (Κ -ος, -ον) ο χωρίς βάση, αστήρικτος

Συνώνυμα
αβέβαιος, αθεμελίωτος

Αντίθετα
βάσιμος, θεμελιωμένος

Επιρρήματα
αβάσιμα (Κ αβασίμως)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.